Ότι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό


miércoles, 7 de marzo de 2012

FEDERICO GARCÍA LORCA


Todos tenemos que seleccionar un poema de Federico García Lorca. Este es el que he elegido: Llanto por Ignacio Sánchez Mejías (publicado en 1935); elegía que Lorca dedica a uno de sus grandes amigos, el torero y escritor Ignacio Sánchez Mejías, que había muerto en 1934.
Un poema extraordinario, fuerte, conmovedor. Formado por cuatro tiempos: La cogida y la muerte; La sangre derramada; Cuerpo presente; Alma ausente. Precisamente es Alma Ausente el poema que tenéis aquí en castellano y traducido al griego.
Para finalizar no os perdáis el audio y la magistral interpretación que hizo de este poema el actor Paco Rabal mientras de fondo suena la música de Antonio Arenas.

Biografía y obra del poeta: Fundación Federico García Lorca.
“Llanto por Ignacio Sánchez Mejías”:

ALMA AUSENTE
No te conoce el toro ni la higuera,
ni caballos ni hormigas de tu casa.
No te conoce el niño ni la tarde
porque te has muerto para siempre.
No te conoce el lomo de la piedra,
ni el raso negro donde te destrozas.
No te conoce tu recuerdo mudo
porque te has muerto para siempre.
El otoño vendrá con caracolas,
uva de niebla y montes agrupados,
pero nadie querrá mirar tus ojos
porque te has muerto para siempre.
Porque te has muerto para siempre,
como todos los muertos de la Tierra,
como todos los muertos que se olvidan
en un montón de perros apagados.
No te conoce nadie. No. Pero yo te canto.
Yo canto para luego tu perfil y tu gracia.
La madurez insigne de tu conocimiento.
Tu apetencia de muerte y el gusto de su boca.
La tristeza que tuvo tu valiente alegría.
Tardará mucho tiempo en nacer, si es que nace,
un andaluz tan claro, tan rico de aventura.
Yo canto su elegancia con palabras que gimen
y recuerdo una brisa triste por los olivos.

ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ
ΨΥΧΗ ΑΠΟΥΣΑ
Δε σε γνωρίζει ο ταύρος ούτε η συκιά,
ούτε τ΄ άλογα ούτε τα μυρμήγκια του σπιτιού σου.
Δε σε γνωρίζει το παιδί ούτε το απόγευμα
γιατί έχεις πεθάνει για πάντα.
Δε σε γνωρίζει η ράχη της πέτρας,
ούτε το μαύρο ατλάζι όπου λιώνεις.
Δε σε γνωρίζει η βουβή ανάμνησή σου
γιατί έχεις πεθάνει για πάντα.
Το φθινόπωρο θαρθεί με βούκινα,
σταφύλι ομίχλης και βουνά συντροφιασμένα,
μα δε θα θελήσει κανείς να δει τα μάτια σου
γιατί έχεις πεθάνει για πάντα.
Γιατί έχεις πεθάνει για πάντα
σαν όλους τους νεκρούς της Γης
σαν όλους τους νεκρούς που λησμονιούνται
σ΄ ένα σωρό από σκυλιά σβησμένα.
Δε σε γνωρίζει κανείς. Όχι. Μα εγώ σε τραγουδώ.
Τραγουδώ τη μορφή σου και τη χάρη σου γι΄ αυτούς που θάρθουν
Την ξακουστή ωριμότητα του στοχασμού σου
την όρεξή σου για θάνατο και τη γεύση από το στόμα του.
Τη θλίψη που είχε η ανδρεία σου χαρά.
Θ΄ αργήσει πολύ καιρό να γεννηθεί, αν είναι να γεννηθεί
ένας ανδαλουσιάνος τόσο γνήσιος, τόσο πλούσιος σε περιπέτεια.
Την κομψότητά σου τραγουδώ με λόγια που στενάζουν
και θυμάμαι μια θλιμμένη αύρα ανάμεσα στις ελιές.
Μετάφραση: Μόσχος Εμμ. Λαγκουβάρδος